«Τρου Στόρι»: Της Οδύσσειας

Θανάσης Κλέτσας – Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7: «Ο αείμνηστος Δ. Μαρωνίτης, που λες φίλε μου, ο οποίος είχε ένα μεγάλο κόλλημα με την Οδύσσεια (όπως, δυστυχώς, μεγάλο κόλλημα είχε και με το να βάζει τα μαθήματά του στις 8 το πρωί), έλεγε ότι ίσως και να ‘ταν καλύτερα να μη λέμε στα μικρά παιδιά του Γυμνασίου τη συνέχεια. Και τώρα που το σκέφτομαι, βλάκας ήταν ο Όμηρος, που έκοψε τη ‘σειρά’ στο σημείο που την έκοψε και το τελευταίο επεισόδιο σταματά στη διακοπή από την Αθηνά της μάχης του ήρωα με τους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων και τη συμφιλίωση τους; Γιατί το έκανε; Τι συμβαίνει μετά;»

14 Ιουνίου 2017 14:52:59

Είναι η ιστορία που μου αφηγήθηκε ένας φίλος,  φιλόλογος στο επάγγελμα με αδυναμία στον Όμηρο, αλλά και στην όραση (εξ ου και τα βοηθητικά γυαλιά οράσεως), πολύ πιθανόν αδιόριστος, και με ολίγη από κοιλίτσα, η οποία διαγράφεται με θράσος στο μεταχειρισμένο και χιλιοπλυμένο Polo-απομίμηση μπλουζάκι του. Με αυτόν τον φιλόλογο φίλο μου, λοιπόν, που θα τον ονομάσω για χάρη της ιστορίας κ. Φλωρά, ήμουν τις προάλλες για μια καλοκαιρινή βραδινή μπυρίτσα σ’ ένα ήσυχο μπαρ της παλιάς πόλης της Ρόδου, χωρίς πολύ κόσμο δίπλα μας και μακριά από το τουριστικό όργιο που συντελείται συνήθως στην περιοχή, με μόνη μας «συντροφιά» ως «συνδαιτυμόνες» αυτού του φιλολογικού «συμποσίου» τους ελάχιστους πελάτες στα παραδιπλανά τραπέζια.

Ο φιλόλογος φίλος μου άρχισε να μου λέει τον πόνο του για το βάσανο της μετακόμισης που περνά και την «Οδύσσειά» του, όσον αφορά το πακετάρισμα. Και με το που ξεστομίζει τη λέξη «Οδύσσεια», ξαφνικά, σα να του έσβησες το διακόπτη, σταμάτησε να μιλά. Το βλέμμα του ήταν αλλού, μαζί με το μυαλό του, στο βάθος κήπος και ακόμα πιο μακριά… Και επειδή και οι ηλικίες είναι λίγο «περίεργες», με τόσα που  ακούμε γύρω μας, πέρασαν πολλά απ’ το μυαλό μου. Εξίσου ξαφνικά, όμως, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, σαν να τον έβαλες πάλι σε λειτουργία, άρχισε να μου λέει για ένα βιβλίο που βρήκε σ’ ένα ράφι και όλους τους συνειρμούς, που του γέννησε.

«Που λες, φίλε μου», μου λέει, «έπεσε στα χέρια μου πρόσφατα ένα βιβλίο της ε’ Ραψωδίας της Οδύσσειας από τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και καθώς το ξεφύλλιζα, πέρα από τις μνήμες που προσπαθούσα να «διώξω», αναρωτιόμουν το εξής: γιατί δε λέμε την αλήθεια στους μαθητές μας;»
«-Τι εννοείς;», τον ρωτάω.

«Γιατί στα σχολικά βιβλία», συνεχίζει, «δεν αναφέρεται πουθενά η συνέχεια της ιστορίας μετά από τη Ραψωδία ω’;», με ρωτάει και με κοιτά με νόημα. «Την ξέρεις εσύ τη συνέχεια;», συνέχισε την ερώτηση. «Ομολογώ πως όχι», απάντησα και χαμήλωσα τους οφθαλμούς, την ώρα που τα ερυθρά αγγεία του προσώπου μου έγιναν ακόμα πιο ερυθρά από την έντιμη ντροπή που ένιωθα… «Και σε ρωτώ (μου απηύθυνε το λόγο με ύφος δικαστή, κουνώντας το δάκτυλο): τι έγινε με τον άνδρα (μοι έννεπε, Μούσα) τον πολύτροπον και τους δικούς του;» Τι να πω… Με κόλλησε στον τοίχο! Είχα πλήρη άγνοια… Και ευτυχώς έκανε άλλη μια μικρή παύση, καθώς ακούστηκε στα μεγάφωνα ένα αγαπημένο του τραγούδι.. Saved by the song, που λένε…

«Ο αείμνηστος Δ. Μαρωνίτης, που λες (συνέχισε λίγο μετά ο κ. Φλωράς), ο οποίος είχε ένα μεγάλο κόλλημα με την Οδύσσεια (όπως, δυστυχώς, μεγάλο κόλλημα είχε και με το να βάζει τα μαθήματά του στις 8 το πρωί…), έλεγε, θυμάμαι, ότι ίσως και να ‘ταν καλύτερα να μη λέμε στα μικρά παιδιά του Γυμνασίου τη συνέχεια. Και τώρα που το σκέφτομαι, βλάκας ήταν ο Όμηρος, που έκοψε τη σειρά στο σημείο που την έκοψε και το τελευταίο επεισόδιο (πριν τις διαφημίσεις) σταματά στη διακοπή από την Αθηνά της μάχης του ήρωα με τους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων και τη συμφιλίωσή τους; Γιατί το έκανε; Τι συμβαίνει μετά;», με ρωτούσε κοιτάζοντάς με επίμονα στα μάτια και οι ερωτήσεις αυτές ήταν κόλαφος στην απληροφόρητη ψυχή μου! Κρεμόμουν, αγαπημένοι μου ακροατές, κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του…
Και άρχισε να λέει κάτι πράγματα για τη βοήθεια της Μούσας και το μέτρο της αφήγησης, με τα οποία θα μου αποκάλυπτε τη συνέχεια. Και επέμενε ότι αυτά που θ’ ακουστούν, δε θα είναι καθόλου «μούσια»! «Βάλε σε παρακαλώ», συνεχίζει, «το ταμπελάκι «Κατάλληλο-απαραίτητη η γονική συναίνεση», γιατί κάνουμε και χιούμορ (ή τουλάχιστον, προσπαθούμε), «φαντάσου μια άρπα να παίζει και αφέσου στη μαγεία των λόγων των θεών». Άρχισε ήδη να μιλάει ποιητικά. 

Ήταν βράδυ, που λες, και ο μαχητής Οδυσσέας, φαντάσου κάτι σαν τον Ντάνο απ’ το Survivor, γύρισε στο παλάτι μέσα στα αίματα. Αφού άναψε το θερμοσίφωνο, πήγε να βρει την όμορφη γυναίκα του μετά από πολύ καιρό. «Penelope», της λέει, «αφού με καλωσορίσεις τον ήρωα, φτιάξε τοστάκια με γαλοπούλα, όνιον ρινγκς και μπάρμπεκιου σος, γιατί απ’ την κούραση μ’ έπιασε λιγούρα…» Κι εκεί που πάει η κυανομάτα κόρη να του πει «ναι, αγάπη μου, και θα σου ξεπαγώσω και κιμά», βλέπει τα ματωμένα ρούχα του και τρομάζει! «Πού μάλωνες πάλι; Τι είναι αυτά τα αίματα, άντρα μου;» τον ρώτησε η ισόθεη Πηνελόπη με τα μεγάλα, βαμμένα και θυμωμένα της μάτια». Και ενώ λέει αυτά, ο κ. Φλωράς, σταματά να πιει την μπύρα του και να με κρατήσει λίγο σε αγωνία…

Μείναμε στο σημείο όπου ο θεϊκός ήρωας, αφού εξήγησε στην Πηνελόπη ότι του επιτέθηκαν οι συγγενείς του Τσανγκ και του Αντίνοου, αλλά τους συμφιλίωσε στο τέλος η Ελισάβετ με τη μορφή της Αθηνάς, πήγε να πλυθεί από τα αίματα, κάνοντας το μπάνιο του μήνα. Ξάπλωσε, λοιπόν, μετά, ωραίος και καθαρός, και δίπλα του ήρθε και έπεσε η κυρά του οίκου του, με τα λευκά της πέπλα και το Hello Kitty πυτζαμάκι της… «Πήγες στο παζάρι σήμερα;» τη ρώτησε βλακωδώς ο ήρωάς μας βλέποντάς το. «Υπονοείς κάτι για το γούστο μου;», άστραψε με τα λόγια της η θνητή με τα μεγάλα μάτια. Ο Ντάνος-Οδυσσέας την αγκάλιασε και τη φίλησε γλυκά στο ροδαλό της μέτωπο. Είχε καταλάβει τη βλακεία που έκανε…

Έτσι, λοιπόν, ο Οδυσσέας, θέλοντας να εξιλεωθεί για την ανοησία που έφυγε απ’ το στόμα του, αποφάσισε να  βάλει την TV στο mute και ν’ ασχοληθεί με τη γυναίκα του. «Έλα δω», της είπε με βλέμμα όλο υποσχέσεις και κείνη αναγάλλιασε στην καρδιά της. Είκοσι χρόνια είν’ αυτά.. Τόση μοναξιά! Την περίμενε με αγωνία τη στιγμή ετούτη… «Οδυσσέα μου» του είπε λιγωμένα, έτοιμη να εξαργυρώσει την τίμια 20χρονη αναμονή της. «Τώρα θα σου δείξω εγώ, γυναίκα μου, κολόνα του σπιτιού μου, ζωή μου,…», κι άλλα τέτοια αντρικά της αντίτεινε ο ισόθεος με μάτια γεμάτα αντρική Old Spice. Και τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται ροζ και φούξια… Μάλλον πρέπει ν’ αλλάξουμε το ταμπελάκι με την προαιρετική γονική συναίνεση, καθώς αυτή, πλέον, κρίνεται απαραίτητη.

Και η Penelope με το που άκουσε το κάλεσμά του, τον αντικοίταξε με υγρούς τους οφθαλμούς γεμάτη αγάπη και έβγαλε από το φράχτη των δοντιών της λόγια ερωτικά: «Ναι, Οδυσσέα μου, να ‘ξερες με πόση λαχτάρα σε περίμενα! Είχα πολλές προτάσεις από όμορφα παλικάρια, αλλά εγώ εκεί. Με τον αργαλειό στο χέρι έμεινα και περίμενα… Με τον αργαλειό στο χέρι..» Κι ο πολυμήχανος ήρωας, απλώνοντας γλυκά τις δικές του στιβαρές χερούκλες, της είπε και τα λόγια του πέταξαν μακριά: «Τώρα θα σου δείξω εγώ τι περιπέτειες πέρασα εκεί στις ξένες χώρες!» Έμειν’ η κόρη η σεμνή, η χαμηλοβλεπούσα και τα ώτα της δεν πίστευαν τι άκουγαν... Αλλιώς περίμενε τη νύχτα αυτή»…

Σε κάποια φάση, άρχισα να έχω την αίσθηση, φίλοι μου, ότι ορισμένα αυτιά απ’ τα διπλανά τραπέζια είχαν στρέψει το σήμα τους στις συντεταγμένες του τραπεζιού μας. Και την αίσθησή μου αυτή μάλλον συμμεριζόταν και ο φίλος μου, γιατί όσο περνούσε η ώρα, ο στόμφος του ανέβαινε επίπεδο, μαζί με τη διάθεσή του. Όλοι θέλουμε το κοινό μας τελικά… Και αφού έστρεψε το σώμα του λίγες μοίρες πιο δεξιά, για να έχει καλύτερη ακουστική το τραπέζι δίπλα του, συνέχισε την αφήγηση απ’ το σημείο, που σταμάτησε πριν καταναλώσει ένα σεβαστό μέρος της μπύρας του. Εκεί, δηλαδή, που ο πολύτροπος Οδυσσεύς βγάζει το κινητό του και αρχίζει τα «να ‘μαι εδώ με τους Κύκλωπες, εδώ με τους Λωτοφάγους, να και μια σέλφι με τους Λαιστρυγόνες, εδώ η Σκύλλα, εκεί η Χάρυβδη..» και άλλα τέτοια ηρωικά. Κι η κόρη η παινεμένη, που άλλα περίμενε κι άλλα έβλεπε, μαγεμένη από την έκπληξη και τη βαρεμάρα, πήρε να γλυκοκοιμάται. Και κει που ο Μορφέας έσταζε στα μάτια της λευκόπεπλης δέσποινας γλυκιά ονειροπαγίδα, ο Ουλίσες κάνει το μοιραίο λάθος (και αυτά καλό είναι να μη γίνονται...) 

Και ποιο ήταν το μοιραίο του λάθος; «Να, εδώ είναι η Κίρκη», της είπε… Και τι το ‘θελε; Τα μάτια της νεράιδας ανοίξανε απότομα και διάπλατα, σαν από χτύπημα από μικρό αφρικάνικο μαχαίρι στον «Εξορκιστή». Και «ποια είναι αυτή η Κίρκη;» και «πού τη γνώρισες;» και «δε φταίει κανείς άλλος, εγώωωωω, εγώ φταίω που σε περίμενα, το χαϊβάνι, ενώ τα τεκνάκια σφάζονταν στα καλλίγραμμα πόδια μου» (εντάξει, σε μια αίθουσα παραδίπλα σφάχτηκαν) και άλλα τέτοια αντίτεινε η γαλαζομάτα θνητή και πήρε το πέπλο με την ερωτική της διάθεση να κοιμηθούν στο σαλόνι. «Μα το Δία, γύναι…ακόμα και απόψε κρεβατομουρμούρα...! Ίδια η μάνα σου κατάντησες! Μια φίλη στο Facebook είναι…» απάντησε ο Σπαλιαρόμορφος σάτυρος, κρύβοντας επιμελώς ότι δεν ήταν απλά φίλη (αλλιώς δε θα είχε γεννηθεί ο Τηλέγονος) και αποδεικνύοντας ότι όλα τα γουρούνια έχουν τελικά την ίδια μούρη…

 Και κάπου εδώ, φίλοι μου, ο κ. Φλωράς σήκωσε το χέρι του να παραγγείλει μια ακόμα μπύρα, σταματώντας την αφήγησή του.
Ήρθε η επόμενη μπύρα, αλλά και η συνέχεια της αφήγησης: «για να μην τα πολυλογώ, αγαπητέ μου», συνέχισε ο κ Φλωράς, «μετά την αναφορά στην Κίρκη, όχι μόνο κοπήκανε τα πολλά «μου», αλλά και δεν ξανακοιμήθηκαν μαζί από τότε, γιατί ο ήρωας εξόρισε και το βλαστάρι τους, τον Τηλέμαχο (φοβούμενος χρησμό που τον ήθελε να σκοτώνεται από το γιο του). Ο άλλος ο γιος, όμως, ο Τηλέγονος, σταλμένος από τη μαμά Κίρκη να βρει τον βιολογικό του πατέρα, φτάνει στην Ιθάκη, και νομίζοντας ότι είναι η Κέρκυρα, αρχίζει τις μαγκιές και τις λεηλασίες. Μπαίνει ο ήρως ο θεόμορφος, όμως, στο διάβα του και οι δυο τους μιλούν έτσι, χωρίς να ξέρουν ότι είναι σόι: «Σταμάτα τις μαγκιές εδώ και ύπαγε οπίσω, μπόμπιρα. Όταν βύζαινες εσύ, εγώ έπαιρνα την Τροία...», του ‘πε ο μπαμπάς. «Γέρο, φύγε..Κρατάω κοντάρι..!», απαντά ο γιος. «Χτύπα, δε σε φοβάμαι, αυτά που κάνεις, όλα εις βάρος σου μετράνε!», του ξαναλέει ο ήρως, για να του ‘ρθει αιχμή από σαλάχι στην καρδιά συνοδευόμενη από μια μακρόσυρτη κραυγή «γιατί δε φεύγεις..;;;». Και πάρ’ τον κάτω τον θεόμορφο Ντάνο-Οδυσσέα…. Κι η ως τότε πιστή Πηνελόπη με τα μικρά αυτιά και τη μεγάλη λαχτάρα, αποφάσισε να μην παραμείνει πια πιστή και στις εννιά του μακαρίτη δέχεται την επίσκεψη του Τηλεγόνου, του άλλου γιου του Οδυσσέα, όπως είπαμε, του νόθου και πατροκτόνου. «Τι θα πιεις;», τον ρωτάει, φορώντας το ίδιο με την προηγούμενη παράγραφο πέπλο. «Κρασάκι, what else?», της απαντά με νόημα ο τεκνός και λίγο η νύχτα και το μπρούσκο, λίγο η σαραντάρα καλλονή που ήταν δύο εικοσάρες, λίγο τα είκοσι χρόνια «απραξίας» και από τότε δεν ξεκόλλησαν. Ο δε Τηλέμαχος, κάνοντας τουρνέ (εξόριστος γαρ), πάει στην Κίρκη. «Έχει τα μάτια και το πηγούνι του», πρόσεξε η έτερη σαραντάρα και επειδή σόι πήγαινε το βασίλειο, τα βρήκαν κι αυτοί και δεν τα ξανάχασαν από τότε.

«Και αν νομίζεις, αγαπητέ μου φίλε, ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, μα τον Ποσειδώνα, πλανάσαι πλάνην οικτράν!», είπε ο φίλος μου τελειώνοντας την αφήγηση και συνέχισε να πίνει αμέριμνος την μπύρα του, απολαμβάνοντας –παράλληλα- την έκπληξή, όχι μόνο τη δική μου, αλλά και των κοριτσιών του διπλανού τραπεζιού. Μας είχε μαγέψει όλους η αποκάλυψη των γεγονότων αυτών....

AKOYΣΤΕ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΕΔΩ


Νίκος Εγγονόπουλος - 
Ο Οδυσσέας διηγείται στον Όμηρο, 1957, λάδι σε μουσαμά


Τραγούδια εκπομπής:
-Canto de orfeo
-Driver’ s seat - Sniff’ n the tears
-Come on Eileen – Dexy’ s Midnight Runers
-Africa –Toto
-Your latest trick – Dire Straits
-Losing my religion – R.E.M.
-Let the music play – Barry White
-Dance me to the end of love – Leonard Cohen
-Money for nothing – Dire Straights
-Don’ t leave me now – Supertramp
-Fragile – Sting

ΤΡΟΥ ΣΤΟΡΙ: Κάθε Τρίτη 7 με 8 μ.μ., Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7