Η Λίνα Νικολακοπούλου Στο Κόκκινο Ρόδου: «Η αγάπη πρέπει να έχει και το θάρρος να διαφωνεί»

Για δύο ώρες, ανάμεσα σε αγαπημένα τραγούδια, η Λίνα Νικολακοπούλου ξεδιπλώνει Στο Κόκκινο Ρόδου και την Πόλυ Χατζημάρκου, κομμάτια από την δημιουργική της ιστορία και τις σκέψεις της. Μια καλλιτεχνική πορεία που συνεχίζει να χαράζει αφού «όταν τα χρόνια τα ζεις γεμάτα, καταλαβαίνεις ότι κάθε δεκαετία σου φέρνει άλλη δύναμη. Οι δυνατοί πάντοτε βρίσκουνε λύσεις…».

07 Απριλίου 2018 14:25:15

Η σχεδόν δίωρη κουβέντα στο στούντιο του Κόκκινου Ρόδου, με την αγαπημένη στιχουργό & ποιήτρια Λίνα Νικολακοπούλου, είχε ως εκκίνηση το ραδιόφωνο. Μια μεγάλη της αγάπη, όπως ομολογεί, που ξεκίνησε από το Β΄ Πρόγραμμα, συνέχισε κατοπινά σε πολλά ραδιόφωνα ως και το Κόκκινο Αθήνας.  

«Έχει μια μαγεία το ραδιόφωνο, έχει μια άλλη γραμματική…»
 
«Είχα μια μεγάλη δασκάλα, τη Ρηνιώ Παπανικόλα. Ήταν επαναστατική στο πώς διάλεγε τα τραγούδια, δεν έμενε στα συμβατικά και πετυχημένα. Μπορούσε, ας πούμε, να σου βάλει ένα τραγούδι από την Ισπανία και μετά να σου βάλει ένα ρεμπέτικο με τη Μπέλλου, και τα έδενε μαγικά και ποιητικά. Για όσους/ες είχαμε αυτή την «κεραία», δηλαδή να θέλουμε το ταξίδι μέσα από τη μουσική, υπήρξε η πρώτη μας δασκάλα. Πάντοτε μου άρεσε κάποιους μήνες το χρόνο να έχω την επαφή και την επικοινωνία μέσω του ραδιοφώνου. Όσοι ακούν ραδιόφωνο αφήνουν μέσα τους έναν ελεύθερο χώρο, στο νου και στην καρδιά. Θέλουν την παρέα, δένονται με τους ανθρώπους του…».

«Το κάθε μέσο έχει το ρούχο του. Πολύ δύσκολα θα έκανα τηλεόραση. Θα ήθελα να υπήρχε ένα «Τρίτο Πρόγραμμα» –όπως εκείνο του Χατζιδάκι-, ως τηλεοπτικό κανάλι. Με θέματα πολιτισμού, ιστορίας, μουσικής, λογοτεχνίας κλπ. Να μην στριμώχνονται αυτά τα πνευματικά προϊόντα μέσα στην καθημερινότητα. Να αποκτήσουν μια άλλη αίγλη. Υπάρχουν τηλεθεατές που τα βαριούνται αυτά, αγαπούν άλλα πράγματα, και υπάρχει κόσμος που διψάει γι’ αυτά. Παρόλα αυτά βρίσκονται τρόποι. Με την Αλεξάνδρα Χριστακάκη, προσκαλούσαμε Στο Κόκκινο συγγραφείς, ποιητές, επιστήμονες, κοινωνικούς λειτουργούς και κάναμε κουβέντες που αφορούσαν τον κόσμο. Μας έβρισκαν στο δρόμο άνθρωποι και μας έλεγαν ότι μας ακούν, όσο κι αν αυτά δεν καταγράφονται στις μετρήσεις…».
 
Εξομολογούμαι στη Λίνα ότι τη θεωρώ μια ποιητική φλανέρ, μια περιπατήτρια στα βουλεβάρτα της πόλης και της ψυχής. Με έναν λυρισμό ‘πειραγμένο’, ηλεκτρισμένο, αστικό. Συνάμα είναι και απόλυτα θαλασσινή. Αυτά της εκφράζω στον αέρα, και εκείνη μας πάει πίσω στα χρόνια δίπλα στη θάλασσα:
 
«Τα πρώτα μου χρόνια τα έζησα στα Μέθανα. Μέχρι Δ’ Δημοτικού εκεί πήγαινα σχολείο και δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει το μάθημα, να πετάξω τη σάκα μου, να πάρω το ποδήλατο και να χαθώ στην παραλία.
Να κοιτάζω το καράβι που έρχεται, το μέσο που θα με πήγαινε στο όνειρο. Από εκείνες τις εικόνες είναι οι στίχοι μου «Την ώρα που σιδέρωνε / της ήρθε πως ξημέρωνε και σφύριζε καράβι. Σαν τότε που διαλέγαμε/ με ποιον μπορεί να φεύγαμε στην πρώτη αγάπη σκλάβοι».
 
«Πάντοτε να κουβαλάμε το αλάτι της θάλασσας να νοστιμίζουμε τη ζωή και να διατηρούμε στην άλμη ό,τι είναι πολύτιμο μέσα μας»

«Κάθε φορά, όταν με πνίγει ή με κουράζει κάτι, φέρνω στο νου μου τη θάλασσα. Είναι μια σχεδόν πνευματική παράμετρος μέσα μου. Κρατάω και το γιασεμί που είχαμε σπίτι. Τα νωπά χορτάρια της άνοιξης όταν έτρεχα και πρασίνιζαν τα παπούτσια μου στις μύτες. Όταν βάζαμε το χέρι μας στο κοτέτσι και πιάναμε ζεστό το αβγό. Την μυρωδιά από το θειάφι λόγω των ιαματικών λουτρών, που γινόταν πιο έντονη όταν άλλαζε ο καιρός. Τα βουνά του Πόρου απέναντι. Το καλοκαίρι πλημμυρίζαμε από κόσμο, το φθινόπωρο μέναμε οι μόνιμοι κάτοικοι. Η ερημιά του χειμώνα, η απλή καθημερινότητα. Κι αυτό μου έφερε μια ισορροπία. Ότι η χαρά δεν κρατάει πολύ, δεν είναι όλα για πάντα και πρέπει να γυρίσεις μέσα σου μετά για να το ισορροπήσεις, να μπορείς να είσαι και λιτός…»
 
«Έπειτα, η αστική εμπειρία από την Αθήνα, με άλλες χάρες και ομορφιές, με τραβούσε επίσης σε βόλτες. Στην Αίγλη του Ζαππείου ας πούμε. Και έχω γράψει για όλα εκείνα τα μέρη. Όταν μπήκα στο Πάντειο εργαζόμουν σε μια ωραία τηλεοπτική εκπομπή, το «Παρασκήνιο». Τα γραφεία ήταν πίσω από το Μουσείο, στην Πατησίων. Μπροστά απ’ το Μουσείο είχε ένα καφενείο που πήγαιναν οι συνταξιούχοι. Όταν έβγαινα έξω για δουλειές, να πάρω ας πούμε τα φιλμ για εμφάνιση, πάντοτε στην επιστροφή καθόμουν στο καφενείο και έγραφα. Ενώ ήταν στην καρδιά της πόλης είχε μια ησυχία, έβλεπες την άλλη διάσταση της ζωής, ανθρώπους που φιλοσοφούσαν την τελευταία δεκαετία της ζωής τους. Έπαιρνα ερεθίσματα από εκεί όπως και από τους θερινούς κινηματογράφους στα Εξάρχεια όπου βλέπαμε ταινίες που δε μπορούσαμε να δούμε αλλού. Ήταν μαγικά χρόνια".

"Ο έφηβος θέλει να ανοίξει τα φτερά του, να πλησιάσει το όραμά του, να σχηματίσει μέσα του αυτό που θέλει να κάνει στη ζωή. Είχαμε και εμείς αυτή τη βεβαιότητα…».

Κάνουμε μια μουσική παύση για να ακούσουμε τη Βίκυ Μοσχολιού. Τραγούδι «Να σoυ λερώvω τo φιλί» από το πρώτο δισκογραφικό βήμα της Λίνας Νικολακοπούλου: 1981, «Σκουριασμένα Χείλη».
  
«Ήταν το καλότυχο σημείο εκκίνησης για μένα. Η εταιρεία που άφησε πολλά δώρα στο ελληνικό τραγούδι, η Lyra, με διευθυντή τον Αλέκο Πατσιφά, μια πνευματική παρουσία στα γράμματα (εκδόσεις Ίκαρος). Όταν είδε τους στίχους μου, ζήτησε να με γνωρίσει, μιλήσαμε για λίγο και έπειτα αποφάσισε να δώσει τίτλο στο δίσκο από εκείνους τους στίχους. Καταλαβαίνεις τι σήμαινε για μένα αυτό, όταν τα περισσότερα τραγούδια στο δίσκο ήταν σε στίχους του Κώστα Τριπολίτη και δυο-τρία ήταν του Σταμάτη Κραουνάκη. Υπάρχουν μερικές συναντήσεις με ανθρώπους στη ζωή που, ενώ δεν το ξέρεις, αυτοί είναι εκεί για να σου ανοίξουν το δρόμο. Ο Πατσιφάς ήταν ένας απ’ αυτούς, άλλαξε τη φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού, όλα όσα αγαπήσαμε από το «νέο κύμα» βγήκαν απ’ αυτόν».
 
«Πολλές φορές υπάρχουν εκείνα τα δευτερόλεπτα, όταν σμίγεις με έναν άνθρωπο, που, ή κερδίζεται ή χάνεται μια μάχη. Γι’ αυτό και πάντοτε προσπαθώ να έχω την καρδιά μου παρούσα όταν συναντιέμαι με έναν άνθρωπο, να είναι αληθινή η επαφή. Είναι ωραίο να συνδέεις τη ζωή σου με ανθρώπους που έχουν το ίδιο πάθος και μεράκι».
 
Και τι γίνεται σήμερα με την ουσιαστική ακρόαση του Άλλου;, την ρωτάω.

«Έχουμε μάθει να θέλουμε τον φίλο μας δίπλα, να του λέμε. Και μόλις πάει αυτός να πει, δεν ακούμε. Να αγαπάς έναν άνθρωπο σημαίνει να τον ακούς. Ειδάλλως, μιλάμε όλοι μαζί. Κι αυτό τσουλάει στον ποταμό της ζωής αλλά δεν βοηθάει ουσιαστικά… Έχει ξεμάθει ο κόσμος να σωπαίνει».
 
Το κεφάλαιο Σταμάτης Κραουνάκης
 
«Υπήρξαμε τρελοί! Θέλαμε να κάνουμε αυτά που είχαμε στο κεφάλι και… αν άρεσαν, άρεσαν! Είμαστε τυχεροί, ο Σταμάτης και εγώ, γιατί σμίξαμε νωρίς, ταιριάξαμε δημιουργικά, βγάλαμε ωραία τραγούδια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, νομίζεις ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ και θα πάει όλη η ζωή έτσι. Η ζωή όμως είναι πιο έξυπνη και πιο δημιουργός από σένα, τον καθένα τον πάει στο μονοπάτι του. Έτσι, το πιο δύσκολο σημείο χρονικά ήταν όταν είχαμε κλείσει τα είκοσι χρόνια και καταλαβαίναμε ότι θέλαμε να πάρουμε άλλους δρόμους. Εκεί ήθελε πολύ δύναμη. Ως στιχουργός έπρεπε να μπω σε άγνωστα νερά και ήταν τότε που καταπιάστηκα με τον Bregovic, με τον Ara Dinkjian, με ανθρώπους που μου πλούτισαν τις εμπειρίες. Και είναι πολύ σημαντικό, από τη δεκαετία του '80, από τα 19 μας χρόνια ως και σήμερα, με τον Σταμάτη αγαπιόμαστε, ενισχύουμε ο ένας τον άλλον, με το που συναντιόμαστε ξέρουμε ότι δεν έχει περάσει μια μέρα».
 
«Είναι μεγάλη υπόθεση να συνεχίζει να έχει αξία μέσα σου αυτό που πρωτο-τίμησες και να έχουμε απόλυτη ελευθερία να κάνουμε τα όνειρά μας. Μέσα σε μια διαδρομή πρέπει να έχει το θάρρος η αγάπη και να διαφωνεί».
 
Σε μια επόμενη μουσική παύση, ακούμε το Μαμά Γερνάω (1988) από μια ζωντανή ηχογράφηση, φυσικά με την Τάνια Τσανακλίδου. Και η Λίνα χαμογελά και σχολιάζει:

«Θυμάμαι ήμουν σκυμμένη στην κονσόλα όταν η Τάνια τραγουδούσε αυτή τη λιτή, με ένα πιάνο, εκδοχή. Είχε χαθεί μέσα στο αίσθημα, στο τέλος λέει στο κοινό «Άλλο δε μπορώ, να σταματήσουμε τώρα…». Σήκωσα τα μάτια μου και την κοίταξα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Και μου λέει μετά “εγώ έχω λιώσει και εσύ γελάς;”. Kαι της είπα “γελάω γιατί αυτό που πέτυχες, θα μείνει στους αιώνες!”. Η Τάνια είναι ερμηνεύτρια, όσες φορές την έχω ακούσει, ας πούμε στο «Μαμά Γερνάω», το λέει διαφορετικά. Κάθε φορά κάτι προσθέτει, δεν κάνει τα τραγούδια πατρόν. Αυτό είναι το ίδιον των πολύ μεγάλων καλλιτεχνών. Το ίδιο μου έλεγε και ο Μητσιάς για τη Σωτηρία Μπέλλου…».
 
«Είναι φορητό πράγμα το τραγούδι και σε μαγκώνει»
 
 Το «Μαμά γερνάω» είναι ένα από εκείνα τα τραγούδια ‘κάθαρσης’ όπως σχολιάζει η ίδια, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την οδύνη σου.
«Υπάρχουν τραγούδια που σου κάνουν παρέα στα σκοτάδια και άλλα που σε ανεβάζουν ψηλά. Τα τραγούδια σε βρίσκουν παντού. Στο ταξί, εκεί που θα ψωνίσεις, στο καράβι…. Μου έλεγε ένας φίλος ηθοποιός στη Θεσσαλονίκη ότι όταν ο γιος του άκουσε το τραγούδι «Του Αϊ Γιώργη» του Bregovic κοκάλωσε. Άλλη γενιά, άλλη ηλικία, κι όμως κάτι βρήκε το παιδί εκεί».
 
Εκείνη τη στιγμή ακροάτρια στέλνει μήνυμα ρωτώντας τη «Λίνα» αν πρώτα γράφει και μετά μπαίνει η μουσική ή το αντίστροφο. (πάντα το προσφιλές, γλυκό «Λίνα» διαβάζαμε, σε όλα τα μηνύματα που λάβαμε την ώρα της εκπομπής…)


«Και με τους δύο τρόπους» απαντάει. «Το «ορθόδοξο» είναι να γράψεις το λόγο, την ιδέα σου πρώτα. Είχα όμως και τη χαρά, σχεδόν από τα πρώτα μου βήματα, να γράψω και πάνω στη μουσική. Ήξερα μουσική, την καταλαβαίνω. Ας πούμε, το τραγούδι «Ποτέ» στο Εξ Αδιαιρέτου είναι γραμμένο πάνω στη μουσική που μου έδωσε ο Σταμάτης, ή στη δουλειά με το Νίκο Αντύπα (Δι’ Ευχών, Σαν ηφαίστειο που ξυπνά κλπ) έχω γράψει πάνω στη μουσική. Είναι εξίσου απαιτητικό και το στοίχημά μου είναι πάντα, όταν ακούει κανείς ένα τραγούδι να μην ξεχωρίζει το πώς γεννήθηκε. Το ρούχο να είναι τέλειο…».
 
«Έχουμε εμβληματικούς ανθρώπους στην Ελλάδα που έχουν νικήσει το χρόνο»
 
Η Λίνα αναφέρεται στους νέους καλλιτέχνες που δίνουν νέα πνοή και μαγεία στα τραγούδια και πρέπει να στηρίζονται. «Πολλά νέα παιδιά θέλουν να προσφέρουν. Στους καιρούς που ζούμε εύχομαι να βγουν δυνατά τραγούδια, να γίνει το τραγούδι παρέμβαση στη ζωή. Και είναι σπουδαίο όταν θες να βγεις, να πεις τα δικά σου, με τον τρόπο σου, να υπάρχουν κάποιοι που θα σου δώσουν την συμβουλή που πρέπει".
"Το καλό, ηλικιακά, είναι ότι εμείς προλάβαμε τους μεγάλους. Ούτε δέκα τραγούδια δεν είχα γράψει και ο Νίκος Γκάτσος είχε αναφέρει το όνομά μου σε μια συνέντευξη σαν μια πιθανότητα να μπορώ να δώσω κάτι. Έχεις μια επαλήθευση εκείνη την ώρα, κάποιος σε άκουσε και σου δίνει την πιστοποίηση ότι μπορεί και να αξίζεις να συνεχίσεις. Το ίδιο και με το Μάνο Χατζιδάκι με τον οποίο συναντήθηκα δυο-τρεις φορές και κατοπινά, όταν ο γιος του μου έδωσε τρεις μελωδίες και έγραψα για την συλλογή τραγουδιών Χορός με τη σκιά μου. Αντίστοιχα και με το Μίκη Θεοδωράκη για την Πολιτεία Γ’, όταν με πρότεινε ο Μανώλης Μητσιάς.
Είναι τρομερό να βρίσκεσαι και να ηχογραφείς με ανθρώπους που για σένα ήταν μύθοι, είδωλα μεγάλα».
 
Και επειδή η κουβέντα μας φτάνει στον Μίκη Θεοδωράκη, της ζητάω τη γνώμη της για την στάση του δημιουργού και την ομιλία του στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία.
 
«Θεωρώ ότι ο Θεοδωράκης σε όλη του τη ζωή είχε το σθένος να αντέχει τον εαυτό του και αυτό που του έλεγε, με επιτακτική δύναμη, ο νους του να πράξει. Αν ο Θεοδωράκης, και στην ηλικία που είναι, ένιωσε ότι αυτό έπρεπε να πει, καλά έκανε. Αν ήμουν δίπλα του θα του έλεγα να πει αυτό που θέλει, μόνος του, χωρίς να έχει κοντά του άλλους. Αυτό είναι το βέτο. Χωρίς θίασο γύρω του. Ή, αντιστοίχως, θα μπορούσε να διεκδικήσει μία ώρα από την κρατική τηλεόραση και να τοποθετηθεί, παίρνοντας την ευθύνη να πει αυτό που νιώθει. Αυτό δε μπορεί να του το στερήσει κανείς. Κριτική μπορεί να κάνει ο καθένας, είναι ιερή η διαφωνία. Σεβάστηκα τα σχόλια ανθρώπων που έλεγαν ότι έπεσαν από τα σύννεφα μ’ αυτό που έκανε. Υπήρχαν όμως και άλλοι που μίλησαν τόσο άσχημα και λυπάμαι όταν η αντίδραση γίνεται τόσο ευτελής. Να μάθουμε να διακρίνουμε και να είμαστε σοβαροί όταν διαφωνούμε. Να μην ξεφτιλίζουμε τον άλλον και να γινόμαστε ‘βασιλικότεροι του βασιλέως’. Στην πολιτική του διαδρομή υπήρξαν στιγμές που ο κόσμος σοκαρίστηκε με τις επιλογές του. Αυτός είναι ο Μίκης, αυτό διάλεξε να κάνει μέχρι το τέλος της ζωής του, δε θα του πούμε εμείς τι θα κάνει. Παίρνει την ευθύνη του και για την υστεροφημία του και για όλα».
 
Έρωτας και θάνατος

«Υπάρχουν στιγμές που όταν φτάνεις στο ποθητό, δεν ξέρεις αν ζεις ή αν πέθανες. Ο έρωτας, για μένα, πολλές φορές είναι μια προσομοίωση του θανάτου.
Ασφαλώς και φοβάμαι το θάνατο. Έχουμε κακομάθει στο να μας πηγαίνει το αμάξι, το σώμα μας. Όταν νιώθει κανείς ότι αρχίζει η φθορά, χρειάζεται να φιλοσοφήσει λιγάκι και να πει ‘Τι αξίζει στη ζωή; Τι πρέπει να κάνω για να πάρω το παράσημό μου στο πέρασμά μου από εδώ’. Λίγο πριν την μετάβαση για να πας αλλού, σχεδόν παραδίνεσαι. Και πριν το θάνατό του, ο Ελύτης στο Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, παρακολουθεί τις σκέψεις του, περιγράφει με ακρίβεια ότι σταμάτησε τις μηχανές και είναι στο τράνζιτο…

 «Από το πολύ  να μην σκέφτομαι τίποτα και να μην συγκινούμαι από τίποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ’ απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.
 
Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.
Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.
 
-       Όλα χάνονται. του καθενός έρχεται η ώρα.
-       Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα».
 
 
«Η στιχουργική είναι λειτούργημα»
 
 Πολλοί έχουν περιγράψει τη δουλειά της ως συμπυκνωμένο από νοήματα λόγο, άλλοι την έχουν πει υπερρεαλιστική. «Ανάθεμα κι αν ξέρω τι είμαι!» μου λέει, γελάμε και θυμάται: «Είχα πάει στον κινηματογράφο Θησείον στην Αθήνα να δω την ταινία «Mullholand Drive» του David Lynch. Δύσκολη ταινία. Στο διάλειμμα έρχονται κοντά μου δυο παιδιά και μου λένε: «Κυρία Νικολακοπούλου, εσείς καταλαβαίνεται την ταινία;». Και τους λέω «Εσείς να τα βλέπετε που λέτε εμένα δύσκολη! Υπάρχουν και πιο δύσκολα σταυρόλεξα από μένα!».

«Στο ξεκίνημά μου όταν ερχόντουσαν αυτά τα πυκνά πράγματα, δεν λογοκρινόμουν και δε ντρεπόμουν. Τα κατέγραφα γιατί έτσι έβγαιναν από μέσα μου. Βεβαίως, όσο περνάει ο καιρός, ο άξιος τεχνίτης είναι ο ακριβής τεχνίτης. Όπως έχουν πει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ότι αισθάνεσαι ότι έχει στύψει το ποίημα και δεν περισσεύει ούτε λέξη ούτε σημείο στίξης. Υπάρχει δηλαδή μια τελειοποίηση όσο μεγαλώνεις και αυτό θέλεις να το πετύχεις, να είσαι πεντακάθαρος. Μακάρι να είναι έτσι, μακάρι να ελευθερώσω κι άλλες δυνάμεις μέσα μου, να εκτεθώ και σε άλλα κομμάτια που συνθέτουν τον ψυχισμό μου. Όπως είναι ο ποιητικός και πεζός μου λόγος».

Και πριν το τέλος της κουβέντας μας, η Λίνα απαγγέλει ένα δικό της ποίημα:
 



ΑΚΟΥΣΤΕ Ε Δ Ω ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ



Η Λίνα Νικολακοπούλου Στο Κόκκινο Ρόδου με την Πόλυ Χατζημάρκου.