59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Οι καλές μαθήτριες του Χίτσκοκ

Στράτος Κερσανίδης- Δύο νέες κοπέλες, η Ναταλία Λαμπροπούλου και η Ηλέκτρα Αγγελετοπούλου, με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, αν μη τι άλλο, κερδίζουν τις εντυπώσεις. Κι αυτό χάρις στην ταινία του «Scopophilia», ένα αγωνιώδες θρίλερ που προσωπικά με καθήλωσε.

07 Νοεμβρίου 2018 12:35:24

Όσο για το βαλκανικό σινεμά, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με ταινίες όπως η «Σιμπέλ», της Τσαγλά Ζεντζιρτζί και του Γκιγιόμ Ζοβατενί και το «Lemonade», της Ιοάνα Ουρικάρου. 
 
«Scopophilia», της Ναταλίας Λαμπροπούλου και της Ηλέκτρας Αγγελετοπούλου 
 
Σκοποφιλία είναι η αγάπη που νιώθει ο άνθρωπος για να κοιτάζει αλλά συνδέεται και με την ερωτική επιθυμία η οποία δημιουργείται από τη θέαση γυμνών σωμάτων. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η λέξη είναι κατά κάποιον τρόπο, συνώνυμη με τη λέξη ηδονοβλεψία. Το σινεμά είναι μια καθαρά σκοποφιλική διαδικασία, τόσο για το σκηνοθέτη όσο και για το θεατή. Ξεκινώντας από αυτή τη βάση οι δύο σκηνοθέτιδες δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα έξυπνο, άκρως εμπνευσμένο και πολύ πού αγωνιώδες θρίλερ. Ήρωάς τους είναι ο Αλέξης, ένας νεαρός ο οποίος παρακολουθεί διαδικτυακά μέσω IP κάμερας, κάποιους ανθρώπους στα σπίτια τους. Μια μέρα όμως γίνεται μάρτυρας του φόνου μια κοπέλας την οποία παρακολουθεί και στην προσπάθειά του να αποκαλύψει την ταυτότητα του δολοφόνου κινδυνεύει να γίνει θύμα του.
 
Είναι εμφανής η αγάπη των δύο σκηνοθέτιδων για τον Χίτσκοκ («Σιωπηλός μάρτυς») οι οποίες όμως δεν πέφτουν στην παγίδα της αντιγραφής του «δασκάλου» αλλά κάνουν μια καθαρά δική τους ταινία. Και δεν τα πάνε καθόλου άσχημα αφού η δική τους «Scopophilia» έχει ρυθμό, ένταση, σασπένς και μάλιστα με μια ιστορία η οποία εκτυλίσσεται στη σύγχρονη εποχή τους διαδικτύου. (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ)
 
«Σιμπέλ» (Sibel), της Τσαγλά Ζεντζιρτζί και του Γκιγιόμ Ζοβανετί
 
Η Σιμπέλ, μια εικοσάχρονη κοπέλα, ζει σε ένα ορεινό χωριό, μαζί με τον πατέρα της, που είναι δήμαρχος και τη μικρότερη αδελφή της. Όμως η Σιμπέλ δεν μπορεί να μιλήσει παρά μόνον με τη σφυριχτή γλώσσα που μιλιέται ακόμη στην περιοχή. Ζει σχεδόν απομονωμένη από τους συγχωριανούς της οι οποίοι την έχουν απομονώσει λόγω του προβλήματός της, εργάζεται σκληρά και τις ελεύθερες ώρες της κυνηγά έναν λύκο που λέγεται πως έχει εμφανιστεί στην περιοχή. Μια μέρα όμως θα συναντήσει έναν νεαρό φυγάδα, τον Αλή, που τον αναζητά η αστυνομία. Η Σιμπέλ τον φροντίζει και κάτι αρχίζει να αλλάζει μέσα της. Μόνο που η μικρή κοινωνία του χωριού καραδοκεί.
 
Τελικά για να κάνει κάποιος (κάποια) μια ταινία δε χρειάζεται πολλά χρήματα. Επίσης δε χρειάζεται πολλά φτιασίδια, μπλαμπλα και φραμπαλάδες. Μια καλή ιδέα χρειάζεται, γνώση του μέσου και ψυχή! Με αυτά τα υλικά είναι φτιαγμένο αυτό το θαυμάσιο φιλμ από την Τουρκία. Το σενάριο είναι συγκεκριμένο, δυνατό, ξεκάθαρο. Η σκηνοθεσία είναι λιτή, στιβαρή και με δραματουργική κορύφωση. Χωρίς πολλά λόγια αλλά με εξαιρετικά έντονες εικόνες. Οι ηθοποιοί είναι υποδειγματικοί με την πανέμορφη Νταμλά Σομνέζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο να κερδίζει τις εντυπώσεις. Οι σκηνοθέτες βλέπουν με κριτικό μάτι τις κλειστές κοινωνίες στην τουρκική επαρχία, τη θέση των γυναικών, τις οικογενειακές σχέσεις. Όμως από μια τόσο συγκροτημένη ταινία δε θα μπορούσε να λείψει το στοιχείο της πολιτικής κριτικής. Έτσι οι αστυνομικοί οι οποίοι αναζητούν το φυγάδα μιλούν για τρομοκράτη ενώ ο Αλή δεν είναι παρά αντιρρησίας συνείδησης και τον κυνηγούν επειδή δε θέλει να πάει στον στρατό.
 
Θέλω με την ευκαιρία να καταθέσω τη θετική μου άποψη για τον τουρκικό κινηματογράφο όσον αφορά τη θεματολογία του. Έχοντας παρακολουθήσει αρκετές τουρκικές ταινίες τα τελευταία χρόνια έχω διαπιστώσει πως ένα ποσοστό περίπου 40-50% είναι γυρισμένες σε επαρχίες και πραγματεύονται αντίστοιχα θέματα. Σε αντίθεση με τις ελληνικές που πάνω από 90% των ταινιών είναι γυρισμένες σε μεγάλες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα.  
 
Και κάτι ακόμη. Μέχρι τώρα νόμιζα πως η σφυριχτή γλώσσα, δηλαδή αυτή η οποία χρησιμοποιεί σφτρίγματα, μιλιόταν μόνο στην Αντιά τη Νότιας Εύβοιας κοντά στο Κάβο Ντόρο. Βλέποντας την ταινία έμαθα πως μιλιέται και σε ορεινά χωριά της Τουρκίας, στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, και συγκεκριμένα στο χωριλο Κούσκιοϊ, όπου γυρίστηκε η ταινία. Όμως επειδή η περιέργειά μου δε με άφησε, βρήκα στο διαδύκτιο πως παρόμοια ομιλία έχει καταγραφεί σε 70 τοπικές κοινωνίες στον κόσμο. Συνήθως οι σφυριχτές γλώσσες δεν είναι ανεξάρτητες αλλά λειτουργούν σαν προέκταση μιας τοπικής γλώσσας. 
 
Να λοιπόν που ο κινηματογράφος λειτουργεί και εκπαιδευτικά. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ)                 
  
 «Lemonade», της Ιοάνα Ουρικάρου
 
Μια 30χρονη γυναίκα από τη Ρουμανία ζει στις ΗΠΑ, εργάζεται ως αποκλειστική νοσοκόμα και προσπαθεί να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στη χώρα. Αυτό θα σημάνει μια καλύτερη ζωή για την ίδια και το γιο της. Όταν παντρεύεται με έναν ασθενή της βλέπει το όνειρό της να πλησιάζει να γίνει πραγματικότητα κι έτσι αποφασίζει αν φέρει και το γιο της στις ΗΠΑ. Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται καθώς τα πρώτα προβλήματα αρχίζουν από ένα υπάλληλο της υπηρεσίας μετανάστευσης ο οποίος αναλαμβάνει να εξετάσει την αίτησή της για πράσινη κάρτα. Μέρα με τη μέρα η γυναίκα αρχίζει να βλέπει το άλλο πρόσωπο της Αμερικής το οποίο διαφέρει τελείως αυτό που είχε πλάσει με τη φαντασία της. 
 
Η Ουρικάρου είναι ακόμη μια χαρακτηριστική περίπτωση του νέου ρουμάνικου σινεμά. Αυτή τη φορά η ταινία είναι γυρισμένη στις ΗΠΑ και είναι η πρώτη ταινία από τη Ρουμανία -από όσο τουλάχιστον είμαι σε θέση να γνωρίζω-, η οποία αποδομεί τον ‘αμερικανικό παράδεισο’. Η σκηνοθέτιδα αναδεικνύει το βάρβαρο πρόσωπο  της εκμετάλλευσης, της κρατικής αυθαιρεσίας και των ψευδαισθήσεων. Ρεαλισμός, λιτότητα και νηφαλιότητα είναι τα χαρακτηριστικά σκηνοθετικής της προσέγγισης σε μια ταινία που βλέπεται με κομμένη την ανάσα. Συγκλονιστική είναι η ερμηνεία της Μαλίνα Μάνοβιτς στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
 
Το ρουμάνικο σινεμά συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τον ενθουσιασμό, την ορμή και ωριμότητά του. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ)