Σαν Σήμερα 7 Νοεμβρίου: Γεννιέται ο συγγραφέας του παραλόγου Αλμπέρ Καμί

Πρόφτασε στα μόλις 47 χρόνια που διένυσε στη ζωή του, να συγγράψει μερικά από τα γνωστότερα λογοτεχνικά κείμενα, να καταγραφεί ως κορυφαίος πνευματικός άνθρωπος της εποχής του, να συμμετάσχει με σημαίνοντα ρόλο στην αντιφασιστική αντίσταση  και να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην ηλικία των 43 ετών

07 Νοεμβρίου 2018 15:48:26

Στις 7 Νοεμβρίου του 1913 γεννιέται στο Μοντοβί της τότε γαλλικής Αλγερίας ο Αλμπέρ Καμύ, κατά πολλούς ο σημαντικότερος λογοτέχνης που γέννησε ο 20ός αιώνας και αναμφίβολα ένας από τους επιδραστικότερους διανοούμενος του αστικού δυτικού πολιτισμού συνολικά. Ο Καμί πρόφτασε στα μόλις 47 χρόνια που διένυσε στη ζωή του, να συγγράψει μερικά από τα γνωστότερα λογοτεχνικά κείμενα, τα πιο ανατρεπτικά φιλοσοφικά δοκίμια και τα πιο ριζοσπαστικά θεατρικά έργα, να καταγραφεί ως κορυφαίος πνευματικός άνθρωπος και σχολιαστής της εποχής του, να συμμετάσχει με σημαίνοντα ρόλο στην αντιφασιστική αντίσταση στη Γαλλία, να εκφράσει πολιτικές θέσεις που συγκρούονταν ευθέως με τον κοινό τόπο και τον μανιχαϊσμό της περιόδου και να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην πρωτοφανώς νεαρή ηλικία των 43 ετών.

Ο Καμί γεννήθηκε μέσα σε μία πάμπτωχη οικογένεια ευρωπαίων εποίκων της Αλγερίας. Ο πατέρας του Λισιέν Καμί, Γάλλος που έκανε διάφορες δουλειές, σκοτώθηκε στη μάχη του Μάρνη το 1914, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο Αλμπέρ δεν ήταν ακόμα 1 έτους και ο ίδιος ήταν 29. Στο ανολοκλήρωτο έργο του «Ο πρώτος άνθρωπος», ο Καμί περιγράφει την αμηχανία του όταν επισκέπτεται για πρώτη φορά τον τάφο του πατέρα του στο στρατιωτικό νεκροταφείο των νεκρών του Μάρνη και συνειδητοποιεί ότι ήταν ήδη μεγαλύτερος σε ηλικία από όσο είχε ποτέ φτάσει ο πατέρας του. Η μητέρα του, Κατρίν Σιντές, ήταν μια αγράμματη Ισπανίδα. Καθώς μιλούσε μόνο ισπανικά και αραβικά, ο Καμί που μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε στην γαλλική γλώσσα, μπόρεσε να επικοινωνήσει πλήρως μαζί της σε μεγάλη ηλικία και αυτή την σιωπηλή μεταξύ τους σχέση περιγράφει στο γνωστότερο βιβλίο του «Ο Ξένος» και αλλού.

Την ανατροφή του Καμί αναλαμβάνει ο θείος του Γκιστάβ Ακό, ένας αναρχικός χασάπης από το Αλγέρι που του μιλάει για τον Βολτέρο, τον Μπακούνιν και τον αθεϊσμό. Ο καθηγητής του Λουί Ζερμέν θα τον προσέξει και όταν ο Καμί θα πρέπει να εγκαταλείψει το σχολείο για να δουλέψει, θα αναλάβει ο ίδιος να χρηματοδοτήσει τη συνέχιση των σπουδών του. Ωστόσο, ο Καμί δεν θα μπορέσει ποτέ να πάρει το πτυχίο επάρκειας από τη Φιλοσοφική Σχολή, εξαιτίας μιας κρίσης φυματίωσης. Παράλληλα ασχολείται ενεργά με το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος ως τερματοφύλακας στην τοπική ομάδα και με το θέατρο. Θα πει αργότερα ότι «οφείλει στο ποδόσφαιρο ότι γνωρίζει για την ηθική».

Κατά τη δεκαετία του 1930 θα οργανωθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας στο Αλγέρι, από το οποίο όμως θα αποχωρήσει γρήγορα, εξαιτίας της άρνησης του Κόμματος να στηρίξει την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Συνεχίζει την παρέμβασή του μέσα από το «Εργατικό θέατρο» που ιδρύει. Θα παραμείνει από τότε πολιτικά άστεγος, αν και σε όλη του τη ζωή θα είναι υπέρμαχος του επαναστατικού συνδικαλισμού και των αναρχικών, συνεργαζόμενος για πολλά χρόνια με τη Γαλλική Αναρχική Ομοσπονδία, τους εξόριστους Ισπανούς αναρχικούς της CNT και τις αντιμιλιταριστικές πρωτοβουλίες των λιποτακτών κατά τη διάρκεια των πολέμων της Γαλλίας στην Ινδοκίνα και την Αλγερία.

Μετακομίζει στο Παρίσι το 1940 και συμμετέχει ενεργά στην αντίσταση, όντας ο διευθυντής της εφημερίδας «Le combat» [«Η μάχη»], ενώ έχει ήδη γράψει τα πρώτα του βιβλία. Το 1942 όμως εκδίδει τον «Ξένο», με τον οποίον δημιουργεί έναν σεισμό στα γαλλικά γράμματα. Το βιβλίο περιγράφει τη σχέση αδιαφορίας του ανθρώπου απέναντι στη μοίρα του και την αλλαγή της στάσης του απέναντι σε αυτήν μετά την απότομη συνειδητοποίηση της θνητότητάς του. Τον «Ξένο» θα ακολουθήσει το φιλοσοφικό δοκίμιο «Ο μύθος του Σισύφου», στο οποίο αναφέρεται στην αντιπαράταξη του ανθρώπου με την αίσθηση της ματαιότητας. Αν και οι θέσεις του θα θεωρηθούν κοντινές με αυτές των υπαρξιστών και του Ζαν Πολ Σαρτρ και ανάμεσα στους δύο άνδρες θα αναπτυχθεί αρχικά φιλία, ο Καμί θα αρνηθεί επίμονα την προσχώρησή του στον υπαρξισμό, αναπτύσσοντας μια δικιά του αντίληψη, τη Φιλοσοφία του παραλόγου.

Το 1947 θα γράψει την «Πανούκλα» ένα μνημειώδες βιβλίο για την πάλη του ανθρώπου απέναντι στην ιδέα ότι τα πάντα έχουν χαθεί, με σαφείς αναφορές στον ναζισμό και τον πόλεμο. Τα επόμενα δύο χρόνια θα συγγράψει για το θέατρο, παρουσιάζοντας τα έργα «Κατάσταση Πολιορκίας» και «Οι Δίκαιοι», τα οποία καταπιάνονται με το ζήτημα του επαναστατικού μηδενισμού.

Καρπός των αναζητήσεων του Καμί μετά τον πόλεμο είναι το δεύτερο φιλοσοφικό του βιβλίο «Ο εξεγερμένος άνθρωπος», το οποίο θα τον φέρει σε ρήξη με το μεγαλύτερο μέρος της γαλλικής διανόησης και της γαλλικής αριστεράς, θα τον τοποθετήσει στην πολιτική πτέρυγα του αναρχισμού και θα γεννήσει την διάσημη ρήξη του με τον Σαρτρ. Ο Καμί θα επιτεθεί στον ιστορικισμό του Μαρξ και της γαλλικής επανάστασης και θα ασκήσει δριμύτατη κριτική στο σοβιετικό καθεστώς. Ο Σαρτρ θα τον καταγγείλει ότι με την αναφορά του στα γκουλάγκ ρίχνει το ηθικό της εργατικής τάξης στη Δύση και ότι δεν καταλαβαίνει την έννοια της ιστορικής αποτελεσματικότητας. Ο Καμί θα απαντήσει με μια φράση που θα θεωρηθεί υπονοούμενο για τη μηδενική συμμετοχή του Σαρτρ στην αντιναζιστική αντίσταση: «Έχω βαρεθεί να δέχομαι, εγώ και μερικοί από τους πιο σπουδαίους συντρόφους μου, μαθήματα αποτελεσματικότητας από ανθρώπους που από ιστορική σκοπιά έχουν στρέψει στην ιστορία μόνο την πολυθρόνα τους». Οι δύο άνδρες δεν θα ξαναμιλήσουν ποτέ.

Στο βιβλίο ο Καμί υμνεί τη ζωτική ανάγκη της εξέγερσης και αντιτίθεται σφόδρα στη σκοτεινή σχέση της εξουσίας με τον μηδενισμό και τον  θάνατο.

Το 1957 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Την ίδια περίοδο, ενώ οι μάχες στο Αλγέρι μαίνονταν, ο Καμί κρατά θέση εναντίον και των δύο εμπλεκόμενων, επιμένοντας στη δυνατότητα συνύπαρξης Αράβων και Ευρωπαίων σε μια ανεξάρτητη Αλγερία, θέση που εκνευρίζει και τους δύο εθνικισμούς. Θα αντιταχθεί στην τυφλή τρομοκρατία λέγοντας: «Σήμερα στο Αλγέρι σκάνε βόμβες μέσα σε λεωφορεία όπου κάθονται απλοί πολίτες. Μία από αυτές θα μπορούσε να σκοτώσει τη μητέρα μου. Αγαπώ τη δικαιοσύνη. Αλλά αν έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα σε αυτήν και τη μάνα μου, θα επέλεγα τη μάνα μου».

Ο Καμί θα σκοτωθεί στις 4 Ιανουαρίου του 1960, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, επιβεβαιώνοντας τον μεταφυσικό του φόβο για τα αμάξια. Πριν πεθάνει, θα προλάβει να αφήσει ένα αριστουργηματικό βιβλίο που επιτίθεται στην υποκρισία του δυτικού κόσμου, την «Πτώση», το οποίο σα να διαβλέπει τον θάνατό του, θα αποχαιρετήσει τον κόσμο με μια φράση τόσο οικεία στον πεσιμισμό αλλά και τη βουλησιαρχία του: «Σκέφθετε αγαπητέ μου κύριε να έπαιρναν τα λόγια μας κατά κυριολεξία; Μετά θα έπρεπε να το κάνουμε κιόλας. Και είναι τόσο κρύο το νερό! Αλλά μην ανησυχείτε. Είναι πολύ αργά πια. Θα είναι πάντα πολύ αργά. Ευτυχώς!»
 

Ακούστε καθημερινά το ένθετο «Μια μέρα σαν σήμερα» με τον Γιάννη Ανδρουλιδάκη στον «105,5 στο Κόκκινο» στις 06:50 και στις 17:50

Ακούστε: