| Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

16 Ιουλίου 1985: Πεθαίνει ο Γερμανός νομπελίστας Χάινριχ Μπελ


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

 

 

 

Ακούσε τώρα Live

Καλοκαιρινο προγραμμα

16 Ιουλίου 1985: Πεθαίνει ο Γερμανός νομπελίστας Χάινριχ Μπελ

Στις 16 Ιουλίου του 1985, πεθαίνει σε ηλικία 67 ετών ο Γερμανός πεζογράφος, τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1972, Χάινριχ Μπελ. Πέραν του λογοτεχνικού έργου του, ο Χάινριχ Μπελ έμεινε γνωστός για τις αιχμηρές δημόσιες παρεμβάσεις με τις οποίες ασκούσε σκληρή κριτική στην μεταπολεμική γερμανική κοινωνία και το λεγόμενο οικονομικό θαύμα της, την εκκλησία και τους συντηρητικούς κύκλους, την ψυχροπολεμική Δύση, αλλά και την κρατική καταστολή, την οποία στηλίτευσε στο αριστουργηματικό βιβλίο του «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ».


Στις 16 Ιουλίου του 1985, πεθαίνει σε ηλικία 67 ετών ο Γερμανός πεζογράφος, τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1972, Χάινριχ Μπελ. Πέραν του λογοτεχνικού έργου του, ο Χάινριχ Μπελ έμεινε γνωστός για τις αιχμηρές δημόσιες παρεμβάσεις με τις οποίες ασκούσε σκληρή κριτική στην μεταπολεμική γερμανική κοινωνία και το λεγόμενο οικονομικό θαύμα της, την εκκλησία και τους συντηρητικούς κύκλους, την ψυχροπολεμική Δύση, αλλά και την κρατική καταστολή, την οποία στηλίτευσε στο αριστουργηματικό βιβλίο του «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ».

Ο Χάινριχ Μπελ γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1917, προς το τέλος δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η πείνα θέριζε τη Γερμανία. Προερχόταν από οικογένεια προοδευτική, δημοκρατική και αντιεθνικιστική και απέκτησε και ο ίδιος αντιναζιστικές αντιλήψεις από τη δεκαετία του 1930, χωρίς να τις εγκαταλείψει ποτέ. Είναι ένας από τους λίγους νέους της Κολωνίας που αρνείται να ενταχθεί στην χιτλερική νεολαία. Στον πόλεμο στέλνεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, τραυματίζεται, επιστρέφει στη Γερμανία και έπειτα ξανά στο μέτωπο. Γράφει στη γυναίκα του: «Μισώ την κόλαση της στολής. Μισώ τη στολή γενικά».

Μετά τον πόλεμο ο Μπελ παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα για να ζήσει, ενώ παράλληλα γράφει τις πρώτες νουβέλες του, που περιγράφουν κυρίως την πείνα της μεταπολεμικής Γερμανίας. Σύντομα ωστόσο αρχίζει να ασκεί κριτική στην υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας και το ηθικό κενό που κρύβεται πίσω από το οικονομικό θαύμα. Το 1964 προκαλεί αίσθηση εκδίδοντας τις «Απόψεις ενός κλόουν», ένα τρυφερό και μελαγχολικό βιβλίο στο οποίο στηλιτεύεται ο κομφορμισμός και η επιτήδευση των συντηρητικών καθολικών κύκλων και όχι μόνο. Η γερμανική Δεξιά ξεσηκώνεται εναντίον του. Θα επανέλθει στο ίδιο θέμα στο βιβλίο του «Ομαδικό πορτραίτο για μια κυρία» που θα εκδοθεί το 1971. Ένα χρόνο μετά θα τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, κάτι που θα δυσαρεστήσει τη Δεξιά, για την οποία ο Μπελ είναι ένας συγγραφέας που απευθύνεται μόνο «σε αριστεριστές και ριζοσπάστες».

Ήδη από τη δεκαετία του ’50, ο Μπελ θα συνδεθεί με άλλους Ευρωπαίους διανοούμενους της Αριστεράς, όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Σαρτρ, ο Πικάσο και θα κάνουν στοχευμένες παρεμβάσεις σε ζητήματα της εποχής τους. Θα χαρακτηριστεί αρχικά φιλοσοβιετικός, λόγω και της σκληρής κριτικής του στον Ψυχρό Πόλεμο, όμως η Σοβιετική Ένωση δεν θα διαφύγει της κριτικής του, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956. Όπως και ο άλλος σημαντικός πεζογράφος της μεταπολεμικής γερμανικής αριστεράς Γκίντερ Γκρας, θα πάρουν το μέρος του Καμί εναντίον του Σαρτρ στον καβγά τους σχετικά με την υπεράσπιση ή όχι του σοβιετικού καθεστώτος.

Στη δεκαετία του 1970 θα ξεκινήσει έναν ανηλεή πόλεμο με τον λαϊκιστικό δεξιό τύπο και ιδιαίτερα την εφημερίδα Bild. «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», γραμμένο το 1974, επιτίθεται ευθέως στο κυνήγι μαγισσών που έχει ξεκινήσει στη Γερμανία με αφορμή τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Θα ταχθεί στο πλευρό της Ούλρικε Μάινχοφ και της RAF την εποχή της μεγάλης κρατικής καταστολής και των λευκών κελιών. Την περίοδο αυτή θα διακόψει οριστικά τις σχέσεις του με την καθολική εκκλησία, αλλά και με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και θα έρθει σε πλήρη ρήξη με τον καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ, που οργανώνει την πολιτική της μηδενικής ανοχής στους ακροαριστερούς κρατούμενους.

Μιλώντας για το ζήτημα αυτό, θα πει:

«Τελευταία μου προκαλούν μεγάλη ανησυχία οι συνεχείς εκκλήσεις υπέρ του νόμου και της τάξης. Η έννοια της ζωής είναι αντίθετη στον νόμο και την τάξη. Στη ζωή υπάρχουν ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, πλούσιοι και χρεωκοπημένοι,  έντιμοι και λωποδύτες, ανακατεμένοι όλοι μαζί. Ιδεώδες σκηνικό για τον νόμο και την τάξη είναι το νεκροταφείο. Μόνο οι νεκροί βρίσκονται σε απόλυτη τάξη και υπακούν σε όλους τους νόμους.  Η πιο επιτυχημένη εφαρμογή του συνθήματος του νόμου και της τάξης μέχρι σήμερα υπήρξαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο ναζισμός θα μπορούσε να υπάρξει μόνο στη Γερμανία, εξαιτίας μιας εκπαίδευσης που βασιζόταν στην υποταγή σε κάθε νόμο και τάξη. Γι` αυτό ας είμαστε συγκρατημένοι με αυτό το σύνθημα».

Ο Χάινριχ Μπελ ανήκει σε ένα σπάνιο και πολύτιμο είδος διανοουμένου της μεταπολεμικής Ευρώπης που δεν αρκέστηκε στο να επιλέξει στρατόπεδο, αλλά επέμεινε στην ανάγκη να αναμετρηθούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες με το μηδενισμό που επικράτησε στον 20ό αιώνα. Κάπως έτσι εξέφρασε θέσεις πέρα από τον κοινό τόπο και της συμβάσεις και ενάντια στη λήθη στην οποία βασίστηκε η μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Για αυτές αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγοι στη χώρα του, όπου η παρακαταθήκη του εξακολουθεί να είναι τεράστια στον αγώνα ενάντια σε κάθε αυταρχισμό και σε κάθε κυνισμό. To πολύ δραστήριο «Ιδρυμα Χάινριχ Μπελ» συνεχίζει σήμερα αυτή την παράδοση, αποτελώντας εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια το εργοστάσιο σκέψης των Γερμανών Πρασίνων.




 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την περιήγησή σας. Περισσότερες πληροφορίες Κλείσιμο